ποτηριοκλέπτης
ποτηριοκλέπτης, cup-stealer
ποτηριοκλέπτης, ου, ὁ,
- cup-stealer, title of poem by Euphorio.
ποτηριο·κλέπτης, ου (ὁ) voleur de coupes, titre d’une pièce d’Euphorion.
Étym. ποτήριον, κλέπτω.
ποτηριοκλέπτης, ὁ, Becherdieb ; so hat St.B. v. Ἀλύβη für ποτηριογλύπτης.