ποτοκέλλω Save LSJ Bailly 2024 ποτοκέλλω, Dor. for προσοκέλλω, Dius ap. Stob. 4.21.17 (nisi leg. ποτοπτίλλουσιν). ποτ·οκέλλω, v. προσοκέλω.