ποτιφωνήεις
ποτιφωνήεις, εσσα, εν, Ep. for προσφ-, Od. 9.456.
ποτι·φωνήεις, v. προσφωνήεις.
ποτιφωνήεις, dor. statt προσφωνήεις.
ποτιφωνήεις
[ποτι-, προσ- 3 + φωνήεις in sim. sense fr. φωνή.]
Endowed with speech : εἰ ποτιφωνήεις γένοιο Od. 9.456.
ποτιφωνήεις : see προσφωνήεις.
ποτιφωνήεις
ποτι-φωνήεις, εσσα, εν
Doric for προσφωνήεις, Od.