ποτιφόριμος Save LSJ Bailly 2024 Pape ποτιφόριμος, ον, Dor. for προσφ-, = πρόσφορος, Epich. 102. ποτι·φόριμος, v. *προσφόριμος. ποτιφόριμος, dor. statt προσφόριμος, = πρόσφορος, zuträglich, Epicharm. bei Ath. III.121b.