ποτίφορος
ποτίφορος, Dor. for πρόσφορος, Pi. N. 3.31, Ti.Locr. 104a.
ποτί·φορος, v. πρόσφορος.
ποτίφορος, dor. = πρόσφορος.
ποτῐφορος (cf. πρόσφορος)
- 1suitable ποτίφορον δὲ κόσμον ἔλαχες γλυκύ τι γαρυέμεν N. 3.31 ποτίφορος δʼ ἀγαθοῖσι μισθὸς οὗτος pr. N. 7.63