Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρατήριος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πράσιος
πρασιόω
πρᾶσις
πρασίτης
πρασίτης οἶνος
πρασῖτις
πρασοειδής
πρασόεις
πρασοκέφαλον
πρασοκουρίς
πρασόκουρον
πράσον
πρασόργη
πρασόσπερμον
πρασοφαγέω
πρασοφάγος
πρασόχροος
πρασόχρους
Πρασσαῖος
πρασσοφάγος
Πρασσοφάγος
πράσσω
πρασώδης
πρατά
Πραταλίδας
πρατέος
πρατεύς
πρατήνιον
πρατήρ
πρατήριον
πρατήριος
πράτης
πρατίας
πρατικός
Πρατίνας
πρατιστεύω
πράτιστος
πρατομηνία
πρατόπαις
πρατοπάμπαις
πρατορεύω
πρατός
πρᾶτος
πρατοτόκος
πράτρια
πράττω
Πρᾶτυς
πράτωρ
πραΰγελως
πραϋθυμέω
πραϋθυμία
πραΰθυμος
πραϋλόγος
πραΰλογος
πραϋμενής
πραΰμητις
πραΰνοος
πράϋνσις
πραϋντής
πραϋντικός
πραΰνω
…
πρατήριος
Save
Pape
πρατήριος
, [ᾱ], ion.
πρητήριος
,
verkäuflich, zum Verkauf gehörig
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}