προήσθησις
προήσθησις, joy beforehand
προήσθησις, εως, ἡ,
- joy beforehand, Pl. R. 584c (pl.).
προήσθησις, εως (ἡ) joie éprouvée d’avance, Plat. Rsp. 584c.
Étym. προήδομαι.
προήσθησις, ἡ, Vorfreude, Plat. Rep. IX.584c, im Ggstz von προλύπησις ; so Bekker, vulg. προαίσθησις.