προηγήτωρ
προηγήτωρ, leader
προηγ-ήτωρ, ορος, ὁ,
- = προηγητής, v.l. in Ph. 2.107; leader of animals, Hippiatr. 1.
προηγήτωρ, ορος (ὁ) c. προηγητήρ, Phil. 2, 105 ; Hippiatr. 4, 19.
προηγήτωρ, ορος, ὁ, = προηγητήρ, Sp.