προηγήτειρα
προηγήτειρα, leader (f.)
προηγ-ήτειρα, ἡ, fem. of sq., A.R. 3.1182, Nonn. D. 35.304.
προηγήτειρα, ας (ἡ) fém. du suiv. A. Rh. 3, 1182 ; Nonn. D. 35, 304.
προηγήτειρα, ἡ, fem. zu προηγητήρ, Ap.Rh.
προηγήτειρα, leader (f.)