προηγητήρ Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape προηγ-ητήρ, ῆρος, ὁ, = sq., E. Ba. 1159 (lyr.), Ph. 2.107. προηγητήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Eur. Bacch. 1159. προηγητήρ -ῆρος, ὁ [προηγέομαι] leider. προηγητήρ, ῆρος, ὁ, = προηγητής, ταῦρον προηγητῆρα ξυμφορᾶς ἔχων Eur. Bacch. 1157.