προβλάστημα
προβλάστημα, previous shoot
προβλάστ-ημα, ατος, τό,
- previous shoot, Thphr. CP 5.2.2.
προβλάστημα, ατος (τὸ) pousse prématurée, Th. C.P. 5, 2, 2.
Étym. προβλαστάνω.
προβλάστημα, τό, vorgängiger Trieb des Baumes, Theophr.