προβληματικός
προβληματικός, of or for a problem
προβλημ-ᾰτικός, ή, όν,
- of or for a problem: τὰ π. title of work by Arist. (cf. πρόβλημα IV.3), Somn.Vig. 456a29.
προβληματικός, ή, όν [ᾰ] problématique, Arstt. Somn. 2, 19.
Étym. πρόβλημα.
προβληματικός, ή, όν, zur Aufgabe gehörig, Arist. somn. 4.