πρόβλαστος
πρόβλαστος, ὁ,
- epith. of Dionysus, Lyc. 577 (ἐπεί, ὅταν βλαστάνωσιν αἱ ἄμπελοι . ., θύουσιν αὐτῷ, Sch.).
- II f.l. for πρωΐβλαστος, q.v.
πρόβλαστος, ος, ον, qui pousse avant le temps, Lyc. 577.
Étym. προβλαστάνω.
πρόβλαστος, vorkeimend, Theophr.