Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προβολάριος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προβιοτεύω
προβιοτή
προβιότης
προβιόω
προβίωτος
προβλαστάνω
προβλάστημα
πρόβλαστος
προβλεπτικός
προβλέπω
προβλεψία
πρόβλημα
προβληματικός
προβλημάτιον
προβληματοπλόκος
προβληματουργικός
προβληματουργός
προβληματώδης
προβλής
πρόβλησις
προβλητέον
προβλητικός
προβλῆτις
πρόβλητος
προβλήτωρ
προβλώσκω
προβοάω
προβοηθέω
προβόλαιον
προβόλαιος
προβολάριος
προβολεύς
προβολή
προβόλιμος
προβόλιον
προβολλεύω
πρόβολος
πρόβονεν
προβόσκημα
προβοσκίς
προβοσκός
πρόβοσκος
προβουλεία
προβούλευμα
προβουλευμάτιον
προβούλευσις
προβουλεύω
προβουλή
προβούλιον
προβούλομαι
προβουλόπαις
πρόβουλος
προβραχής
πρόβραχυς
προβραχύς
προβρέχω
πρόβροτος
προβύω
προβωθέω
προβώμιος
προβῶντες
…
προβολάριος
Save
LSJ
προβολ-άριος, ὁ, dub. sens. in
BGU
14 v 18 (iii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}