Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προβλητέον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προβιάζομαι
προβιβάζω
προβιβάς
προβίβασις
προβιβασμός
προβιβάω
προβίβημι
προβιβρώσκω
προβιβῶ
προβιβῶν
προβιοτεύω
προβιοτή
προβιότης
προβιόω
προβίωτος
προβλαστάνω
προβλάστημα
πρόβλαστος
προβλεπτικός
προβλέπω
προβλεψία
πρόβλημα
προβληματικός
προβλημάτιον
προβληματοπλόκος
προβληματουργικός
προβληματουργός
προβληματώδης
προβλής
πρόβλησις
προβλητέον
προβλητικός
προβλῆτις
πρόβλητος
προβλήτωρ
προβλώσκω
προβοάω
προβοηθέω
προβόλαιον
προβόλαιος
προβολάριος
προβολεύς
προβολή
προβόλιμος
προβόλιον
προβολλεύω
πρόβολος
πρόβονεν
προβόσκημα
προβοσκίς
προβοσκός
πρόβοσκος
προβουλεία
προβούλευμα
προβουλευμάτιον
προβούλευσις
προβουλεύω
προβουλή
προβούλιον
προβούλομαι
προβουλόπαις
…
προβλητέον
Save
LSJ
προ-βλητέον, f.l. for προσβλητέον,
Sor.
2.87.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}