About Report a problem

Menu

προβλής

προβλής, forestretching, jutting

προ-βλής, ῆτος, ὁ, ἡ,
  • thrown forward, jutting out, προβλῆτι σκοπέλῳ Il. 2.396; πέτρῃ ἔπι προβλῆτι 16.407; στήλας τε προβλῆτας 12.259; ἀκταὶ προβλῆτες ἔσαν Od. 5.405, cf. 10.89, 13.97, Archil. 49 Diehl; προβλῆτες, without subst., forelands, headlands, S. Ph. 936; τόν γε (sc. ποταμόν) εἴργουσιν π. Q.S. 10.175: sg., Opp. H. 5.252; π. ἔπαλξις, ἐρίπνα, AP 5.293.3 (Agath.), 7.147 (Arch.); π. γενειάς Nonn. D. 15.8; προσώπου π. γένυς Ib. 28.75; γναθμοῖς π. ὀδόντες ib. 26.301: in later Prose, προβλῆτες λιμένων πύργοι LXX 4 Ma. 13.6; λιμένες προβλῆσι λίθοις εἰς τὸ πέλαγος ἐξανεστηκότες Aristid. Or. 25(43).3; ὀφρύες π. Aret. SD 2.13.

Saved

Recent