προπροκαλύπτω Save LSJ Bailly 2024 Pape προπρο-κᾰλύπτω, strengthd. for προκαλύπτω, in Med., Opp. C. 4.334. προ·προκαλύπτω [ᾰ] c. προκαλύπτω, Opp. C. 4, 334. προπροκαλύπτω, das verstärkte προκαλύπτω, im med., Opp. Cyn. 4.334.