προπροβιάζομαι
προπροβιάζομαι, force forward
προπροβῐάζομαι, Med., strengthd. for προβιάζομαι, A.R. 1.386.
προ·προβιάζομαι, c. προβιάζομαι, A. Rh. 1, 185.
προπροβιάζομαι, dep. med., das verstärkte βιάζομαι, Ap.Rh. 3.185.
προπροβιάζομαι, force forward