προπράτης
προ-πράτης [ᾱ], ου, ὁ,
- = προπώλης, Lys. Fr. 329:—also προ-πράτωρ, ορος, ὁ, Is. Fr. 168, Gloss.
προ·πράτης, ου (ὁ) [ᾱ] marchand qui vend aux détaillants, Lys. (Poll. 7, 12).
Étym. π. πιπράσκω.
προπράτης, ὁ, Vorläufer, wie προπώλης, Poll. 7.12 aus Lys.