προσαγωγίδης Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape προσαγωγίδης, ου (ὁ) [ᾰῐ] c. προσαγωγεύς 2, Plut. Dio. 28. προσαγωγίδης -ου, ὁ [προσαγωγή] verklikker, spion. προσαγωγίδης, ὁ, dor. ποταγωγίδης, = προσαγωγεύς, Plut. Dion. 28, wo jetzt προσαγωγέας für προσαγωγίδας gelesen wird. S. Wesseling ad DS. I p. 455.