προσαγωγός
προσαγωγός, attractive, persuasive
προσᾰγωγ-ός, όν,
- attractive, persuasive, τῇ ἀκροάσει Th. 1.21 (Comp.); τὸ αὑτοῦ π. Pl. Def. 415a; προσαγωγὸν μειδιᾶν Luc. Dear.Iud. [DDeor. 20.]11: c. gen., exciting, π. ἐπιθυμιῶν αἰσχρῶν τέχναι D.H. 2.28.
- II Subst., = προσαγωγεύς II, prob. in Anon.Hist. (FGrH 153) p.825J.
προσαγωγός, ός, όν [ᾰ] qui amène à, inf. Luc. D. deor. 20, 11 ; qui excite, gén. DH. 2, 28 ; abs. qui charme, Thc. 1, 21 au cp. προσαγωγότερος.
Étym. προσάγω.
προσαγωγός, zuführend, anziehend, reizend ; Plat. def. 414e ; ἐπὶ τὸ προσαγωγότερον τῇ ἀκροάσει ἢ ἀληθέστερον ξυνέθεσαν, Thuc. 1.21, Schol. ἡδύτερον ὃ προσάγει ; Sp., wie Luc. D.D. 20.11.
προσαγωγός, όν
from προσάγω
- attractive, persuasive, Thuc., Luc.