προσαγωγίς
προσαγωγίς, transport (ship); female ‘agent provocateur’, spy
προσᾰγωγ-ίς (sc. ναῦς), ίδος, ἡ,
- transport, PLille 21.8 (iii B. C.), PPetr. 3 p.257 (iii B. C., pl.).
- II v. προσαγωγεύς.
*προσαγωγίς, dor. ποταγωγίς, ίδος (ἡ) [ᾰῐδ] c. προσαγωγίδης, Arstt. Pol. 5, 11, 7.
προσαγωγίς, ἡ, dor. ποταγωγίς, fem. von προσαγωγεύς, zw. L. bei Arist. Polit. 5.9.3.