προσατιμόω
προσ·ατιμόω-ῶ [ᾰῑ] priver en outre de ses droits civils, Dém. 981, 1 ; au pass. Dém. 834 fin ; 842, 16.
προσατιμόω, [ῑ], noch dazu entehren, beschimpfen, bes. der bürgerlichen Ehre berauben, zu einem ἄτιμος machen, οὐ μόνον ἔσομαι τῶν πατρῴων ἀπεστερημένος, ἀλλὰ καὶ προσητιμωμένος, Dem. 27.67.