προσαυρίζω
προσαυρίζω, meet with
προσαυρίζω,
- meet with, νοτὶς προσαυρίζουσα χερσαίᾳ προχῇ Trag.Adesp. 261 (ap. Hsch., who also has προσαυρών· προστυχών, and προσηύρετο (Phot. προσαύρετο) · προσέτυχε, προσηγάγετο).
προσ·αυρίζω, atteindre à, dat. Eschl. fr. 402.
προσαυρίζω, = προσαυράω, tragic. bei Hesych. προσαυρίζουσα χερσαίᾳ τροχῇ, statt προσπίπτουσα.