προσαφή
προσαφή, touching, handling
προσᾰφή, ἡ, (προσάπτω)
- touching, handling, Sor. 2.32, EM 690.4.
προσαφή, ῆς (ἡ) [ᾰ] contact, attouchement, Diosc. 4.
Étym. προσάπτω.
προσαφή, ἡ, das Anrühren, die Berührung, Diosc.