προσθίδιος Save LSJ Bailly 2024 Pape προσθίδιος, α, ον, poet. for sq., Nonn. D. 1.316. προσθίδιος, ος, ον [ῐδ] c. le suiv. Nonn. D. 1, 316. προσθίδιος, poet. = πρόσθιος, Nonn. D. 1.316.