προσπέταμαι
προσπέτᾰμαι,
- = sq., Arist. HA 629a35: aor. part. προσπετασθέντες D.H. 4.63.
προσ·πέταμαι [ᾰ] c. προσπέτομαι, Arstt. H.A. 9, 43, 2.
προσπέταμαι, = προσπέτομαι, Arist. H.A. 9.43.