προσπεύθομαι
προσπεύθομαι, poet. for προσπυνθάνομαι, S. OC 122 (lyr.).
προσ·πεύθομαι, c. προσπυνθάνομαι, Soph. O.C. 121.
προσπεύθομαι, poet. statt προσπυνθάνομαι, Soph. O.C. 121.
προσπεύθομαι
poet. for προσπυνθάνομαι, Soph.