προσφιλία Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands προσφιλ-ία, ἡ, = προσφίλεια, Aq. Ps. 44 (45).1. προσφιλία, ας (ἡ) c. προσφίλεια, Aqu. Ps. 44, 1. προσφιλία zie προσφίλεια.