προσφόρημα
προσφόρημα, that which is set before one, victuals
προσφόρ-ημα, ατος, τό,
- = προσφορά III.2, E. El. 423.
προσφόρημα, ατος (τὸ) nourriture, assaisonnement, Eur. El. 423 ; Lgs 3, 12.
Étym. προσφορέω, v. προσφορά.
προσφόρημα, τό, = προσφορά ; πολλά τοι ἂν εὕροι δαιτὶ προσφορήματα, Eur. El. 423.
προσφόρημα, ατος, τό,
- that which is set before one, victuals, Eur.