Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσχαλκεύω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρόσφορως
προσφραγίζω
προσφυγή
προσφύγιον
πρόσφυγος
προσφυέως
προσφυή
προσφυής
προσφυλακή
πρόσφυμα
πρόσφυξ
προσφυράω
προσφύρω
προσφυσάω
προσφύσημα
προσφύσησις
πρόσφυσις
προσφυτεύω
πρόσφυτος
προσφύω
προσφυῶς
προσφωνέω
προσφωνήεις
προσφώνημα
προσφωνηματικός
προσφώνησις
προσφωνητέον
προσφωνητικός
προσχαίνω
προσχαίρω
προσχαλκεύω
προσχάνῃς
προσχάραιος
προσχαρακτηρικῶς
προσχαρέω
προσχαρής
προσχαρίζομαι
προσχαρισμός
προσχάσκω
προσχεθεῖν
προσχέθω
προσχειμάζω
προσχεῖν
πρόσχειρος
προσχειρουργέω
πρόσχερος
προσχέσθαι
πρόσχεσις
προσχέω
πρόσχημα
προσχηματίζομαι
προσχηματισμός
προσχίζω
Πρόσχιον
πρόσχισμα
προσχλευάζω
προσχοῖ
προσχολάζω
προσχόλιον
πρόσχολος
πρόσχορδος
…
προσχαλκεύω
Save
Pape
προσχαλκεύω
,
anschmieden, mit Eisen daran befestigen
,
v.l.
für προχαλκεύω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}