προτολμάομαι
προτολμάομαι, to be first ventured
προτολμάομαι, Pass.,
- to be first ventured or risked, ἐν Κερκύρᾳ τὰ πολλὰ προὐτολμήθη Th. 3.84; τὰ προτετολμημένα Hdn. 6.7.10; τὰ προτολμηθέντα D.C. 47.4.
προτολμάομαι
aor2 -ετολμήθην
- Pass. to be first ventured or risked, Thuc.