πρυμνητικός
πρυμνητικός, poop-awning
πρυμν-ητικός, ή, όν,
- = πρυμνήσιος, ἄφλαστα Callix. 1.
- II -κή, ἡ, poop-awning, PCair. Zen. 54.4, 19 (iii B.C.).
πρυμνητικός, ή, όν, de la poupe, Ath. 203f.
Étym. πρύμνα.
πρυμνητικός, = πρυμνήσιος, Ath.