σεύω
σεύω, to put in quick motion: to drive, hunt, chase away
- poet. Verb (also in Ion. Prose, Hp. and Aret. (v. infr.)), put in quick motion, drive: esp.
- 1 hunt, chase, Διωνύσοιο τιθήνας σεῦε κατʼ ἠγάθεον Νυσήϊον Il. 6.133; drive away, σεῦεν κύνας ἄλλυδις ἄλλον πυκνῇσιν λιθάδεσσιν Od. 14.35; σεύοντʼ (3 pl.) ἀγέλας βίᾳ B. 17.10 [Dith. 4.10]: more freq. in Med., ὡς δʼ ὅτε κάπριον ἀμφὶ κύνες σεύωνται Il. 11.415, cf. 549, 3.26; ὥς τʼ . . ἄγριον αἶγα ἐσσεύαντο κύνες 15.272, cf. 20.148: metaph., σ. κακότητα ἀπὸ καρήνου h.Hom. 8.12; θάμβος με σ. Orph. L. 531.
- 2 set on, let loose at, ὅτε πού τις θηρητὴρ κύνας . . σεύῃ ἐπʼ ἀγροτέρῳ συΐ Il. 11.293.
- 3 drive or hurry away to or from a place, Αἰνείαν δʼ ἔσσευεν ἀπὸ χθονός 20.325; ἵππους ἐκ πεδίοιο 15.681; [τινὰ] κατʼ Ἰδαίων ὀρέων 20.189: c. inf., [ἡμιόνους] σεῦαν ποταμὸν παρὰ δινήεντα τρώγειν . . drove, Od. 6.89.
- 4 set in swift motion, ὅλμον δʼ ὣς ἔσσευε [Πείσανδρον] κυλίνδεσθαι sped him so that he rolled, Il. 11.147; στρόμβον δʼ ὣς ἔσσευε βαλών 14.413; also αἷμʼ ἔσσευα shed blood, 5.208; v. infr. II.1.
- II Pass. and Med., to be put in quick motion, and so, run, rush, dart or shoot along, ἐπὶ τεύχεα to arms, 2.808; ἐπὶ κοῖτον Od. 14.456; νέρθε δὲ ποσσὶν ἔσσυμαι Il. 13.79; σεύατʼ ἔπειτʼ ἀνὰ ἄστυ 6.505; σεύατʼ ἔπειτʼ ἐπὶ κῦμα Od. 5.51, cf. Il. 14.227; κατʼ ἀμαξιτόν 22.146; παρʼ ἐρινεόν 11.167; ἀμφʼ Ὀδυσῆα ib. 419; ἰθὺς Λυκίων 16.585; διὰ σπέος Od. 9.447; so in Trag., ἐκτόπιος συθείς having gone, departed, opp. παρών, S. OC 119; ἀφʼ ἑστίας A. Pers. 866; ἐκ ναοῦ E. IT 1294; σύθην δʼ ἀπέδιλος ὄχῳ πτερωτῷ A. Pr. 135; κατὰ γᾶς σύμεναι Id. Eu. 1007, cf. Ag. 747; ἀνὰ νάπη E. Hel. 1302; of things, αἷμα σύτο gushed out, Il. 21.167; ψυχὴ κατʼ . . ὠτειλὴν ἔσσυτο 14.519; ἐκ πυρὸς συθεὶς σίδηρος A. Th. 941; ἐσύθη ἔξω πῦον Aret. SD 1.9; so of flux, ἢν πολλὰ συθῇ Hp. Mul. 1.36; of the eruption of disease, ὅταν τὰ παρέοντα συθῇ νοσήματα ib. 2.138.
- 2 c. inf., hasten, speed, ὅτε σεύαιτο διώκειν when he hasted to pursue, Il. 17.463; ὄφρα ὕλη σεύαιτο καήμεναι that the wood might begin (cf. Engl. start) to burn, 23.198, cf. 210; ἔσσυται κελαδῆσαι is eager to sing of, Pi. I. 8(7).67.
- 3 metaph., to be eager, have longings, θυμὸς ἔσσυται Od. 10.484; esp. in pf. part. ἐσσύμενος used as Adj, v. sub voce. (σεϝ-: σῠ-, from I.-Eur. kyew-: kyǔ-, cf. Skt. cyávati ‘set in motion’, part. Pass. cyutás:—σοῦμαι, etc., perh. contr. fr. *σοοῦμαι ( = *σοόομαι, fr. σό(ϝ)ος, q.v.).)
1. met acc., causat.,
2. med.-pass., intrans. zich snel voortbewegen, rennen:
scheuchen, treiben, in schnelle Bewegung setzen ;
a) jagen, verfolgen, bes. das Wild auf der Jagd, bei Hom. immer im aor. med., κύνες κάπριον σεύωνται, κύνες ἐσσεύαντο αἶγα, ὁππότε μιν σεύαιτο ἀπʼ ἠϊόνος πεδίονδε, Il. 11.415, 549, 15.272, 20.148 ; εἴπερ ἂν αὐτὸν σεύωνται κύνες, 3.26 ; – anhetzen, ὅτε πού τις θηρητὴρ κύνας σεύῃ ἐπʼ ἀγροτέρῳ συΐ, Il. 11.293.
b) verscheuchen, verjagen, σεῦεν κύνας, Od. 14.33, auch schnell wegführen, αἰνείαν ἔσσευεν ἀπὸ χθονὸς ὑψόσʼ ἀείρας, Il. 20.325.
c) auch von unbelebten Dingen, werfen, schleudern, Il. 11.147, 14.413 ; αἷμα ἔσσευα, ich trieb das Blut hervor, machte, daß es mit Gewalt hervorsprudelte, 5.208 ; pass., αἷμα σύτο, das Blut sprudelte mit Gewalt hervor, 21.167.
Med. u. perf. pass. in heftiger Bewegung sein, sich schnell bewegen, laufen, anstürmen ; ἐπὶ τεύχεα δʼ ἐσσεύοντο, Il. 2.808, 11.167, 419 ; ποσσὶν ἔσσυμαι, 13.79 ; σεύατʼ ἔπειτʼ ἀνὰ ἄστυ, 6.505 ; ὃς ἐσσύμενον κατερύκει, Od. 15.73 ; öfter c. inf., ὅτε σεύαιτο διώκειν, wenn er zu verfolgen eilte, Il. 17.463 ; auch von leblosen Dingen, ὄφρα ὕλη σεύαιτο καήμεναι, damit das Holz zu verbrennen eile, d.i. schnell verbrenne, 23.198 ; ἔσσυται μοισαῖον ἅρμα Νικοκλέος μνᾶμα κελαδῆσαι, Pind. I. 7.61 ; ἐσσύμενοι εἴσω κατέσταν, P. 4.135 ; παρʼ ᾿αλφεῷ σύτο, Ol. 1.20 ; κατὰ γῆς σύμεναι, Aesch. Eum. 961 ; σύθην δʼ ἀπέδιλος ὄχῳ πτερωτῷ, Prom. 135 ; Spt. 424 ; ποῦ κυρεῖ ἐκτόπιος συθείς ; Soph. O.C. 119 ; πάλιν, φίλα, συθῶμεν, 1721, laß uns zurückeilen ; ὅτε σύτο πατρίδος ἄπο, Eur. Hel. 1145 ; φροῦδος ἐκ ναοῦ συθείς, I.T. 1294 ; einzeln bei sp.D., wie σεύατʼ ἴμεν λαιψηρὰ διʼ ὕδατα Ap.Rh. 4.849. – Uebtr., vom bewegten Gemüt, sich heftig auf Etwas zu bewegen, heftig streben, trachten wonach, teils absolut, θυμὸς δέ μοι ἔσσυται ἤδη, Od. 10.484, teils c. gen., bes. im part. perf., ἐσσύμενος ὁδοῖο, πολέμου, 4.733, Il. 24.404, u. c. inf., μεμαῶτα καὶ ἐσσύμενόν περ ἀλύξαι, Od. 4.416, Il. 11.717 ; dah. ἐσσύμενος übh. eilig, hastig, begierig.
(prob. σϝεύω).
Aor. ἔσσευα Il. 5.208. σεῦα Il. 20.189.
3 sing. ἔσσευε Il. 11.147, Il. 14.413, Il. 20.325. σεῦε Il. 6.133, Il. 11.294 : Od. 14.35.
3 pl. σεῦαν Od. 6.89.
3 sing. subj. σεύῃ Il. 11.293.
Pple. σεύας Il. 15.681.
Mid. 3 pl. impf. ἐσσεύοντο Il. 2.150, 808, Il. 9.80, Il. 11.167, 419, Il. 22.146 : Od. 14.456, Od. 24.466.
3 sing. aor. σεύατο Il. 6.505, Il. 7.208, Il. 14.227 : Od. 5.51.
3 pl. ἐσσεύαντο Il. 11.549, Il. 15.272.
3 pl. subj. σεύωνται Il. 3.26, Il. 11.415.
3 sing. opt. σεύαιτο Il. 17.463, Il. 20.148, Il. 23.198.
Pple. σευάμενος Il. 22.22.
2 sing. aor. ἔσσυο Il. 16.585 : Od. 9.447.
3 sing. ἔσσυτο Il. 2.809, Il. 8.58, Il. 14.519, Il. 17.678 : Od. 14.34, Od. 19.448. σύτο Il. 21.167.
Pf. ἔσσυμαι Il. 13.79.
3 sing. ἔσσυται Od. 10.484.
Pple. ἐσσύμενος, -ου Il. 6.518, Il. 11.554, 717, Il. 13.57, 142, 315, 630, 787, Il. 17.663, Il. 24.404 : Od. 4.416, 733, Od. 15.73.
Acc. sing fem. ἐσσυμένην Il. 16.9.
(ἀνα-, ἀπο-, δια-, ἐκ-, ἐπισσεύω, κατα-, μετασσεύομαι).
- I
To set in motion : ἐξ ἀμφοτέροιιν αἷμʼ ἔσσευα (caused it to spirt forth) Il. 5.208, Διωνύσοιο τιθήνας σεῦε κατὰ Νυσήϊον (chased them) Il. 6.133, ὅλμον ὥς [ϝʼ] ἔσσευεν (hurled the body) Il. 11.147. Cf. Il. 11.293 (sets on), 294, Il. 14.413 (sent him spinning), Il. 15.681 (urging them on), Il. 20.189 (chased you), 325 (caused him to shoot up) : Od. 6.89 (drove them), Od. 14.35 (scattered them).
In mid. : εἴ περ ἄν αὐτὸν σεύωνται κύνες (seek to drive him off) Il. 3.26. Cf. Il. 11.549 (drive off)= Il. 15.272 (chase), Il. 20.148 (should chase him).
- II
In mid.
- 1
To set oneself in motion, to hasten, speed, rush : νῆας ἔπʼ ἐσσεύοντο Il. 2.150, σεύατʼ ἔπειτα (made eager way) Il. 7.208. Cf. Il. 2.808, 809 = Il. 8.58, Il. 6.505, Il. 9.80, Il. 11.167 (were in flight), 415 (are afoot, bestir themselves), 419, Il. 14.227, 519, Il. 16.585, Il. 17.678, Il. 21.167 (spirted forth), Il. 22.22 (at full speed), 146 : Od. 5.51 (made his way), Od. 9.447 (bring up the rear), Od. 14.34, 456, Od. 19.448, Od. 24.466.
To set oneself to do something.
With infin. : ὅτε σεύαιτο διώκειν Il. 17.463.
Of something inanimate, to begin to do something.
With infin. : ὄφρʼ ὕλη σεύαιτο καήμεναι Il. 23.198.
- 2
In pf., to be in a state of eagerness or excitement : ποσσὶν ἔσσυμαι ἀμφοτέροισιν (with both my feet, I cannot keep my feet still) Il. 13.79 : θυμός μοι ἔσσυται ἤδη (is eager to be off) Od. 10.484.
In pple., in a state of eagerness, eager, set or bent upon something : ἦ σε καὶ ἐσσύμενον κατερύκω; (delay you in your haste) Il. 6.518. Cf. Il. 11.554= Il. 17.663, Il. 13.57, 142, 315, 630, 787, Il. 16.9, Il. 24.404 : Od. 15.73.
With complementary genit. : καὶ ἐσσύμενός περ ὁδοῖο Od. 4.733.
With complementary infin. : ἐσσυμένους πολεμίζειν Il. 11.717. Cf. Od. 4.416.
- 1
- Ito put in quick motion: to drive, hunt, chase away, Hom.; so in Mid., Il.
- 2to set on, let loose at, κύνας σε. ἐπὶ συΐ Il.:—c. inf. to urge on, Od.
- 3of things, to throw, hurl, Il.
- IIPass. and Mid. to run, rush, dart or shoot along, Hom., Trag.:—c. inf. to hasten, speed to do a thing, Il.
- 2metaph. to be eager, have longings, Od.; v. ἐσσύμενος.
-
…ἀπὸ νηῶν · ἠῶθεν γὰρ θήσονται περὶ ἄστυ μάχην ἑλίκωπες Ἀχαιοί. ἀσχαλόωσι γὰρ οἵδε καθήμενοι, οὐδὲ δύνανται ἴσχειν ἐσσυμένους πολέμου βασιλῆες Ἀχαιῶν. τὸν δʼ ἠμείβετʼ ἔπειτα γέρων Πρίαμος θεοειδής · εἰ μὲν δὴ θεράπων Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος εἴς ,…
Homer, Iliad
-
…γὰρ φεύγεσκεν ὑπʼ ἐκ Τρώων ὀρυμαγδοῦ, ῥεῖα δʼ ἐπαΐξασκε πολὺν καθʼ ὅμιλον ὀπάζων. ἀλλʼ οὐχ ᾕρει φῶτας ὅτε σεύαιτο διώκειν · οὐ γάρ πως ἦν οἶον ἐόνθʼ ἱερῷ ἐνὶ δίφρῳ ἔγχει ἐφορμᾶσθαι καὶ ἐπίσχειν ὠκέας ἵππους. ὀψὲ δὲ…
Homer, Iliad
-
…μʼ ἔπεμψαν αὖραι · κτύπου γὰρ ἀχὼ χάλυβος διῇξεν ἄντρων μυχόν, ἐκ δʼ ἔπληξέ μου τὰν θεμερῶπιν αἰδῶ · σύθην δʼ ἀπέδιλος ὄχῳ πτερωτῷ. αἰαῖ αἰαῖ, τῆς πολυτέκνου Τηθύος ἔκγονα, τοῦ περὶ πᾶσάν θʼ εἱλισσομένου χθόνʼ ἀκοιμήτῳ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ἐμῶν. ἠὲ ἠέ. βαῖνε φυγᾷ πρὸς ἀλκάν · βλοσυρόφρονα χλιδᾷ δύσφορα ναῒ κἀν γᾷ. γαϊάναξ προτάσσου. σοῦσθε σοῦσθʼ ἐπὶ βᾶ ριν ὅπως ποδῶν ; ἔχετε ; οὐκοῦν οὐκοῦν τιλμοὶ τιλμοὶ καὶ στιγμοί, πολυαίμων φόνιος ἀποκοπὰ κρατός…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…. ἠὲ ἠέ. βαῖνε φυγᾷ πρὸς ἀλκάν · βλοσυρόφρονα χλιδᾷ δύσφορα ναῒ κἀν γᾷ. γαϊάναξ προτάσσου. σοῦσθε σοῦσθʼ ἐπὶ βᾶ ριν ὅπως ποδῶν ; ἔχετε ; οὐκοῦν οὐκοῦν τιλμοὶ τιλμοὶ καὶ στιγμοί, πολυαίμων φόνιος ἀποκοπὰ κρατός .…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…σαώσει. ὣς ἔφαθʼ, οἳ δʼ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδὲ πίθοντο. ἐκ δὲ φυλακτῆρες σὺν τεύχεσιν ἐσσεύοντο ἀμφί τε Νεστορίδην Θρασυμήδεα ποιμένα λαῶν, ἠδʼ ἀμφʼ Ἀσκάλαφον καὶ Ἰάλμενον υἷας Ἄρηος ἀμφί τε Μηριόνην Ἀφαρῆά τε Δηΐπυρόν…
Homer, Iliad
-
…ἀθανάτους Πολυσημάντωρ Ἀιδωνεύς. ἣ δʼ ὀχέων ἐπέβη, πάρα δὲ κρατὺς Ἀργειφόντης ἡνία καὶ μάστιγα λαβὼν μετὰ χερσὶ φίλῃσι σεῦε διὲκ μεγάρων · τὼ δʼ οὐκ ἄκοντε πετέσθην. ῥίμφα δὲ μακρὰ κέλευθα διήνυσαν · οὐδὲ θάλασσα οὔθʼ ὕδωρ ποταμῶν…
NA, Homeric Hymns
-
…γὰρ οὐδὲ Δρύαντος υἱὸς κρατερὸς Λυκόοργος δὴν ἦν, ὅς ῥα θεοῖσιν ἐπουρανίοισιν ἔριζεν · ὅς ποτε μαινομένοιο Διωνύσοιο τιθήνας σεῦε κατʼ ἠγάθεον Νυσήϊον · αἳ δʼ ἅμα πᾶσαι θύσθλα χαμαὶ κατέχευαν ὑπʼ ἀνδροφόνοιο Λυκούργου θεινόμεναι βουπλῆγι · Διώνυσος δὲ φοβηθεὶς…
Homer, Iliad
-
…ἀλλʼ οὔ τι πρήσσει · θαμέες γὰρ ἄκοντες ἀντίον ἀΐσσουσι θρασειάων ἀπὸ χειρῶν καιόμεναί τε δεταί, τάς τε τρεῖ ἐσσύμενός περ · ἠῶθεν δʼ ἀπὸ νόσφιν ἔβη τετιηότι θυμῷ · ὣς Αἴας τότʼ ἀπὸ Τρώων τετιημένος ἦτορ ἤϊε πόλλʼ ἀέκων…
Homer, Iliad
-
…οὐκ ἄρʼ ἔμελλον ὀνήσειν. ἤδη γὰρ δοιοῖσιν ἀριστήεσσιν ἐφῆκα Τυδεΐδῃ τε καὶ Ἀτρεΐδῃ, ἐκ δʼ ἀμφοτέροιιν ἀτρεκὲς αἷμʼ ἔσσευα βαλών, ἤγειρα δὲ μᾶλλον. τώ ῥα κακῇ αἴσῃ ἀπὸ πασσάλου ἀγκύλα τόξα ἤματι τῷ ἑλόμην ὅτε Ἴλιον εἰς…
Homer, Iliad