σηκώδης
σηκώδης, chapel-like
σηκ-ώδης, ες, (σηκός II)
- chapel-like, Ael. NA 10.31.
σηκώδης, ης, ες, semblable à une chapelle, El. N.A. 10, 31.
Étym. σηκός, -ωδης.
σηκώδης, ες, kapellenartig, -ähnlich, Ael. H.A. 10.31.