About Report a problem

Menu

σκάριφος

σκᾰρῑφ-ος, ὁ,
  • = κάρφος, φρύγανον, γραφίς, Sch. Ar. Ra. 1545; = ξέσις, γραφή, μίμησις ἀκριβὴς τύπου (τόπου cod.), Hsch.; also σκάριφον, τό, EM 273.33.

Saved

Recent