σκαφητός
σκαφητός, hoeing
σκᾰφ-ητός, ὁ,
- = σκαφετός, σκάπετος, hoeing or digging, Thphr. CP 3.16.2, SIG 963.10 (Amorgos, iv B.C.), PMich.Zen. 62.8 (iii B.C.), Str. 3.4.17.
σκαφητός, οῦ (ὁ) [ᾰ] fosse, fossé, Th. C.P. 3, 16, 2 ; Str. 165.
σκαφητός, ὁ, = σκαφετός, σκάπετος, zw.