σκαφηφόρος
σκᾰφηφόρ-ος (parox.), ὁ,
- carrier of such trays, Din. Fr. 16, Poll. 3.55, Phot.
σκαφη·φόρος, ου (ὁ, ἡ) [ᾰ] scaphéphore, n. des étrangers domiciliés à Athènes et qui, aux Panathénées, portaient les vases pour le sacrifice, Din. et Th. (Harp.).
Étym. σκάφη, φέρω ; cf. κανηφόρος, ὑδριαφόρος et σκιαδηφόρος.
σκαφηφόρος, eine Wanne, Schale tragend. In Athen hießen die μέτοικοι bes. σκαφηφόροι, nach Harp., weil sie bei den Festaufzügen der Panathenäen σκάφαι, Gefäße zum Opfern (s. σκάφη) tragen mußten, wie ihre Frauen und Töchter ὑδρεῖα und σκιάδια (s. ὑδριαφόροι und σκιαδηφόροι). Er führt aus Dinarch. an οἳ ἀντὶ σκαφηφόρων ἔφηβοι εἰς τὴν ἀκρόπολιν ἀναβήσονται, οὐχ ὑμῖν ἔχοντες χάριν τῆς πολιτείας ; Dienst und Benennung galt als schimpflich, weil dies Geschäft sonst nur die Sklaven verrichteten, Böckh Staatsh. II p. 76.