σκιατροφίας Save LSJ Pape σκῐᾱτροφ-ίας, ου, ὁ, = σκιατραφής, Poll. 4.147, 6.185. σκιατροφίας, [σκιᾱ], ὁ, = σκιατραφής, Poll. 4.147, 6.185.