Σκιλλούντιος Save Bailly 2024 Σκιλλούντιος, α, ον, de Skillunte, Plut. Exil. 10 ; οἱ Σκιλλούντιοι, habitants de Skillunte, Xén. Hell. 6, 5, 2 etc. Étym. Σκιλλοῦς.