σκιατροφία
σκῐᾱτροφ-ία, v. σκιατραφία.
σκια·τροφία, ας (ἡ) [ᾰτ] c. σκιατραφία, DS. 20, 62.
σκιατροφία, [ᾱ], ἡ, das Erziehen im Schatten, im Zimmer, übh. weichliche Erziehung, Lebensart, Plut. Lyc. 14, Thes. 23 ; Poll. 6.185.
σκιατροφία
σκιᾱτροφία, ἡ,
= σκιατραφία.