Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκιδαφή
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκίαινα
σκιαινίς
σκιακός
σκιαμαχέω
σκιαμαχία
σκιαμάχος
σκιάμαχος
Σκιάποδες
σκιαρόκομος
σκιαρός
σκιάς
Σκιάς
σκίασις
σκίασμα
σκιασμός
σκιαστής
σκιαστικός
σκιαστός
σκιατραφέω
σκιατραφής
σκιατραφία
σκιατροφέω
σκιατροφία
σκιατροφίας
σκιαυγέω
σκιάω
σκίγγος
σκίγκος
σκίδαξ
σκιδαρόν
σκιδαφή
σκίδναμαι
σκίδνημι
Σκίδρος
σκιερός
σκιή
σκιητροφέω
σκιθακός
σκιθαρκός
σκίλλα
σκιλλητικός
σκίλλινος
σκιλλίτης οἶνος
σκιλλιτικός
σκιλλοκέφαλος
σκιλλοκρόμμυον
σκιλλομαχία
σκίλλος
Σκιλλούντιος
Σκιλλοῦς
Σκιλλοῦστις
σκιλλώδης
Σκιλοῦρος
σκιμαλίζω
σκίμαλλος
σκιμβάδες
σκιμβάζω
σκιμβασμός
σκιμβός
σκίμβρον
σκιμπάζω
…
σκιδαφή
Save
LSJ
σκιδαφή·
ἀλώπηξ,
An.Ox.
2.302.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}