Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκιαστός
σκιαστός, shaded
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκιαδηφορέω
σκιαδηφόρος
σκιάδιον
σκιαδίσκη
σκιαδοφορέω
σκιάεις
σκιάζω
σκιαθήρας
σκιαθηρέω
σκιάθηρον
σκιαθίς
Σκιάθος
Σκίαθος
σκίαινα
σκιαινίς
σκιακός
σκιαμαχέω
σκιαμαχία
σκιαμάχος
σκιάμαχος
Σκιάποδες
σκιαρόκομος
σκιαρός
σκιάς
Σκιάς
σκίασις
σκίασμα
σκιασμός
σκιαστής
σκιαστικός
σκιαστός
σκιατραφέω
σκιατραφής
σκιατραφία
σκιατροφέω
σκιατροφία
σκιατροφίας
σκιαυγέω
σκιάω
σκίγγος
σκίγκος
σκίδαξ
σκιδαρόν
σκιδαφή
σκίδναμαι
σκίδνημι
Σκίδρος
σκιερός
σκιή
σκιητροφέω
σκιθακός
σκιθαρκός
σκίλλα
σκιλλητικός
σκίλλινος
σκιλλίτης οἶνος
σκιλλιτικός
σκιλλοκέφαλος
σκιλλοκρόμμυον
σκιλλομαχία
σκίλλος
…
σκιαστός
Save
σκιαστός, shaded
LSJ
σκῐ-αστός, ή, όν,
shaded,
γραμμαί
Zos.Alch.
p.233 B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}