σκολυμώδης
σκολυμώδης, like a σκόλυμος
σκολῠμ-ώδης, ες,
- like a σκόλυμος, φύλλον Thphr. HP 7.4.5, cf. 9.12.2.
σκολυμώδης, ης, ες [ῠ] semblable au chardon comestible, Th. H.P. 7, 4, 5.
Étym. σκόλυμος, -ωδης.
σκολυμώδης, ες, von der Art, Gestalt des σκόλυμος, Theophr.