About Report a problem

Menu

σκολύπτω

σκολύπτω, = κολούω, κολοβόω, ἐκτίλλω, Hsch. σκολύφρα· σκυθρωπή, σκληρά, ἐργώδης, δυσχερής, Id.; cf. σκολύβρα. σκομβρίζω,
  • = γογγύζω, Id., Phot.; also, = ῥαθαπυγίζω, Hsch.

Saved

Recent