σκολύπτω
σκολύπτω, = κολούω, κολοβόω, ἐκτίλλω, Hsch. σκολύφρα· σκυθρωπή, σκληρά, ἐργώδης, δυσχερής, Id.; cf. σκολύβρα. σκομβρίζω,
- = γογγύζω, Id., Phot.; also, = ῥαθαπυγίζω, Hsch.
σκολύπτω, stutzen, verstümmeln, beschneiden, κολούω, ἐκτίλλω, σπαράττω, VLL ; im obszönen Sinne, das männliche Glied von der Vorhaut entblößen, s. ἀποσκολύπτω.