σκόνυζα Save LSJ Bailly 2024 Pape σκόνυζα, ἡ, Att. for κόνυζα, Pherecr. 167. σκοπαῖος, v. σκωπαῖος. σκόνυζα, ης (ἡ) c. κόνυζα, Phérécr. (Com. fr. 2, 353). σκόνυζα, ἡ, att. statt κόνυζα, Pherecrat. bei Phot.