σκοπελοδρόμος
σκοπελοδρόμος, running over rocks
σκοπελο-δρόμος, ον,
- running over rocks, βασσαρίς AP 6.74 (Agath.).
σκοπελο·δρόμος, ος, ον, qui court sur les rochers, Anth. 6, 74.
Étym. σκόπελος, δραμεῖν.
σκοπελοδρόμος, über Felsen laufend, Agath. 27 (VI.71), πέρδιξ.
σκοπελοδρόμος
σκοπελο-δρόμος, ον,
- running over rocks, Anth.