σκορδινισμός Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σκορδινισμός, οῦ (ὁ) [δῐ] c. les préc. Gal. σκορδινισμός -οῦ, ὁ [σκορδινάομαι] het zich strekken of uitrekken. σκορδινισμός, ὁ, = σκορδίνημα, Galen.