σκοπός
σκοπός, one that watches; a target
- one that watches, one that looks about or after things, παρὰ δὲ σκοπὸν εἷσεν Il. 23.359; γυναικῶν δμῳάων σ. ἐσσι, of a housekeeper, Od. l.c.: in Pi., of gods and kings, c. gen. loci, guardian, protector, Ὀλύμπου σ. O. 1.54; Δάλου 6.59; Μαγνήτων σ., of Peleus, N. 5.27; τὸν ὑψόθεν σ., φύλακα βροτῶν A. Supp. 381 (lyr.); also σκοποὶ τῶν εἰρημένων S. Ant. 215.
- b one who watches or looks out to take advantage, Od. 22.156; watchful, jealous master, S. Aj. 945.
- 2 mostly, lookout-man, watcher, stationed in some high place (σκοπιά) to overlook a country, esp. in war, Il. 2.792, Od. 16.365, X. Cyr. 3.2.1, 4.1.1, etc.; hence Ἠέλιον . . θεῶν σ. ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν h.Cer. 62: also, game-watcher, X. Cyr. 1.6.40.
- 3 spy, scout, Il. 10.324, 526, 561 (later κατάσκοπος) σ. καὶ κατοπτῆρας στρατοῦ ἔπεμψα A. Th. 36, cf. E. Tr. 956; of a messenger who has been sent to learn tidings, S. OC 35, cf. Ph. 125; σκοπός, ναῶν κατόπτας E. Rh. 557 (lyr.).
- II mark or object on which one fixes the eye, σκοπὸν ἄλλον, ὃν οὔ πώ τις βάλεν ἀνήρ, εἴσομαι αἴ κε τύχωμι Od. 22.6; ἀπὸ σκοποῦ away from the mark, 11.344; ἀπὸ σ. εἰρηκέναι, εἰρῆσθαι, Pl. Tht. 179c, X. Smp. 2.10; παρὰ σκοπόν Pi. O. 13.94; σκοπῷ ἐπέχειν τόξον to aim at it, ib. 2.89; σκοποῦ ἄντα τυχεῖν Id. N. 6.27; ἔκυρσας ὥστε τοξότης . . σκοποῦ A. Ag. 628; ὥστε τοξόται σκοποῦ, τοξεύετʼ ἀνδρὸς τοῦδε S. Ant. 1033; ἄθλιον σκοπὸν ἐμοὶ ἀκοντίσας Antipho 3.3.6; ἐπὶ σκοπὸν βάλλειν X. Cyr. 1.6.29; παραλλάξαι τοῦ σ. καὶ ἁμαρτεῖν Pl. Tht. 194a; ἀποτυγχάνω τοῦ σκοποῦ Id. Lg. 744a.
- 2 metaph., aim, end, object, οὗτος . . δοκεῖ ὁ σ. εἶναι πρὸς ὃν βλέποντα δεῖ ζῆν Id. Grg. 507d; τὴν ἡδονὴν σ. ὀρθὸν πᾶσι ζῴοις γεγονέναι Id. Phlb. 60a; στοχάζεσθαι σκοποῦ Id. R. 519c; σ. τυραννικὸς τὸ ἡδύ Arist. Pol. 1311a4, etc.; σκοπός . . nihil praebere ‘his little game’ is to make no allowance, Cic. Att. 15.29.2, cf. Arg. 11 Ar. Eq.
- b Medic., of healing, ἐπὶ τῷ πρώτῳ σ. by first intention (i.e. direct union), κατὰ δεύτερον σ. by second intention (i.e. granulation or scar tissue), Gal. 1.387, cf. 10.162.
- 3 contest in shooting at a mark, σ. ἱππέων, πεζῶν, IG 9(2).527.16,18 (Larissa).
- III name of a dance, Eup. 446.
1. van pers.: iemand die nauwkeurig kijkt
a. toezichthouder, opzichter:
b. bewaker, wacht:
c. verkenner, spion; informant, boodschapper.
2. van zaken: dat wat men in het oog houdt
a. doel(wit):
b. overdr. doel(stelling), bedoeling:
1) der Schauer, der genau zusieht, der Aufseher, Achtgeber ; παρὰ δὲ σκοπὸν εἷσεν, Il. 23.359 ; auch ἡ, Aufseherin, ἥτε γυναικῶνδμωάων σκοπός ἐσσι κατὰ μέγαρα, Od. 22.396. Bei Pind. bes. von Göttern und Königen, mit dem gen. des Landes oder Ortes, über welchen sie die Aufsicht od. Obhut haben, Ὀλύμπου σκοποί Ol. 1.54, Δάλου 6.59, μαγνήτων N. 5.27 ; Aufpasser, Lauscher, in tadelndem Sinne, Od. 22.156 ; Kundschafter, Späher, der von einem hochliegenden Orte, einer Warte aus die Gegend umher beobachtet, ὃς Τρώων σκοπὸς ἷζε, Il. 2.792 ; σοὶ δʼ ἐγὼ οὐχ ἅλιος σκοπὸς ἔσσομαι, 10.324, wo er sich als Spion ins feindliche Lager schleichen will, vgl. 526, 561 ; σκοποὶ ἷζον ἐπʼ ἄκριας ἠνεμοέσσας, Od. 16.365 ; οὐκ ἔλαθε σκοπόν, Pind. P. 3.27, σκοποὺς δὲ κἀγὼ καὶ κατοπτῆρας στρατοῦ ἔπεμψα, Aesch. Spt. 36 ; Suppl. 636 ; τὸν σκοπὸν πρὸς ναῦν ἀποστελῶ πάλιν, Soph. Phil. 125 ; O.C. 1098 ; ἀπὸ τειχέων σκοποί, Eur. Troad. 956 ; σκοποὺς ἔπεμψε τούσδε τῶν ἐμῶν κακῶν, El. 354, u. sonst ; Xen. Cyr. 1.6.40 (gew. κατάσκοπος) u. Folgde, wie Pol.
2) das in der Ferne aufgesteckte Ziel, wonach man sieht od. zielt, u. übertr., Zweck, Absicht ; νῦν αὖτε σκοπὸν ἄλλον, ὃν οὔπω τις βάλεν ἀνήρ, εἴσομαι, αἴ κε τύχωμι, Od. 22.6 ; dah. οὐ μὰν ἧμιν ἀπὸ σκοποῦ οὐδʼ ἀπὸ δόξης μυθεῖται, 11.344, nicht vom Ziele ab, so daß der Zweck verfehlt wird ; σκοποῦ τυχεῖν, Pind. N. 6.28 ; ἔπεχε σκοπῷ, Ol. 2.98 ; ἔλασε σκοπόν, 11.74, er traf das Ziel, erreichte es ; παρὰ σκοπόν, 13.90 ; ἔκυρσας ὥς τε τοξότης ἄκρος σκοποῦ, Aesch. Ag. 614 ; πάντες ὥστε τοξόται σκοποῦ, τοξεύετʼ ἀνδρὸς τοῦδε, Soph. Ant. 1020 ; u. in Prosa sehr geläufig : οὗτος ἔμοιγε δοκεῖ ὁ σκοπὸς εἶναι, πρὸς ὃν βλέποντα δεῖ ζῆν, Plat. Gorg. 507d ; οἷον τοξότην φαῦλον ἱέντα παραλλάξαι τοῦ σκοποῦ καὶ ἁμαρτεῖν, Theaet. 194a ; ἀποτυγχάνω σκοποῦ, Legg. V.744a ; σκοπὸν ἐν τῷ βίῳ οὐκ ἔχειν, οὗ στοχαζομένους δεῖ ἅπαντα πράττειν, Rep. VII.519c ; ἐπὶ σκοπὸν βάλλειν, Xen. Cyr. 1.6.29 ; σκοπὸν προέθηκε κάλλιστον, Pol. 7.8.9 ; πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐποιεῖτο τὰς παρασκευάς, 15.26.6. – Die Akzentuation des Wortes σκόπος in der ersten Bdtg ist falsch, s. Wolf Anal. II p. 469.
-οῦ, ὁ, ἡ
[σκοπ-, σκέπτομαι.]
- 1
One stationed to look out or watch, a look-out : τὸν ἀπὸ σκοπιῆς εἶδε σ. Od. 4.524. Cf. Il. 2.792, Il. 18.523, Il. 24.799 : Od. 16.365, Od. 22.156.
One stationed to keep an eye on the competitors in a race Il. 23.359.
- 2
One set to watch the actions of others, an overseer : δμῳάων σ. ἐσσι Od. 22.396.
- 3
One who goes to observe the movements or dispositions of an enemy, a spy Il. 10.324, 526, 561.
- 4
A mark or aim : οὐδέ τι τοῦ σκοποῦ ἤμβροτον Od. 21.425. Cf. Od. 22.6.–ἀπὸ σκοποῦ
, wide of the mark : οὐκ ἀπὸ σκοποῦ μυθεῖται Od. 11.344.
- 1
- a mark, target ἔπεχε νῦν σκοπῷ τόξον, ἄγε θυμέ O. 2.89 ἄκοντι Φράστωρ ἔλασε σκοπόν O. 10.71 παρὰ σκοπὸν οὐ χρὴ τὰ πολλὰ βέλεα καρτύνειν χεροῖν O. 13.94 ἔλπομαι μέγα εἰπὼν σκοποῦ ἄντα τυχεῖν ὥτʼ ἀπὸ τόξου ἱεὶς (Mingarelli: ἄντα σκοποῦ (τε) τυχεῖν codd.: σκοποῦ ἂν τετυχεῖν Σ^γρ) N. 6.27 ἀκοντίζων σκοποῖʼ ἄγχιστα Μοισᾶν (Ahrens: σκοποῦ codd.) N. 9.55 οὐ πὰρ σκοπόν fr. 6a. g.
- b watcher οὐδʼ ἔλαθε σκοπόν (Apollo) P. 3.27 c. gen., Ὀλύμπου σκοποὶ O. 1.54 τοξοφόρον Δάλου θεοδμάτας σκοπόν (Apollo) O. 6.59 ξυνᾶνα Μαγνήτων σκοπὸν (Akastos) N. 5.27 Ζεὺς ὁ θεῶν σκοπὸς Pae. 6.94
- Ione that watches, one that looks after things, Hom.; of gods and kings, a guardian, protector, Ὀλύμπου σκ. Pind.
- 2a lookout-man, watchman, stationed on a σκοπιά, Lat. speculator, Hom., Xen.: one who marks game, Xen.
- 3a spy, scout, Il., Trag.
- IIthe object on which one fixes the eye, a mark, Lat. scopus, Od.; ἀπὸ σκοποῦ away from the mark, Od.; so, παρὰ σκοπόν Pind.; σκοποῦ τυχεῖν to hit the mark, Pind.; ἐπὶ σκοπὸν βάλλειν Xen.
- 2metaph. an aim, end, object, Plat.
-
…. πότερον ἀναχθεὶς ἐμφανῶς ἐξ Ἰλίου, ἢ χεῖμα, κοινὸν ἄχθος, ἥρπασε στρατοῦ ; ἔκυρσας ὥστε τοξότης ἄκρος σκοποῦ · μακρὸν δὲ πῆμα συντόμως ἐφημίσω. πότερα γὰρ αὐτοῦ ζῶντος ἢ τεθνηκότος φάτις πρὸς ἄλλων ναυτίλων ἐκλῄζετο ; οὐκ…
Aeschylus, Agamemnon
-
…τύχη σχεδὸν ἅπαντα τὰ τῆς οἰκουμένης πράγματα πρὸς ἓν ἔκλινε μέρος καὶ πάντα νεύειν ἠνάγκασε πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπόν, οὕτως καὶ δεῖ διὰ τῆς ἱστορίας ὑπὸ μίαν σύνοψιν ἀγαγεῖν τοῖς ἐντυγχάνουσι τὸν χειρισμὸν τῆς τύχης, ᾧ κέχρηται…
Polybius, Histories
-
…· θηεῦντο δὲ μέρμερα ἔργα ὅσσʼ ἄνδρες ῥέξαντες ἔβαν κοίλας ἐπὶ νῆας. οἳ δʼ ὅτε δή ῥʼ ἵκανον ὅθι σκοπὸν Ἕκτορος ἔκταν, ἔνθʼ Ὀδυσεὺς μὲν ἔρυξε Διῒ φίλος ὠκέας ἵππους, Τυδεΐδης δὲ χαμᾶζε θορὼν ἔναρα βροτόεντα ἐν χείρεσσʼ…
Homer, Iliad
-
…συνῄνεσα. σὺ μὲν μένων νυν κεῖνον ἐνθάδʼ ἐκδέχου, ἐγὼ δʼ ἄπειμι, μὴ κατοπτευθῶ παρών, καὶ τὸν σκοπὸν πρὸς ναῦν ἀποστελῶ πάλιν. καὶ δεῦρʼ, ἐάν μοι τοῦ χρόνου δοκῆτέ τι κατασχολάζειν, αὖθις ἐκπέμψω πάλιν τοῦτον…
Sophocles, Philoctetes
-
…μὲν τοὺς ἵππους τε καὶ ἅρματα ποικίλα χαλκῷ δωσέμεν, οἳ φορέουσιν ἀμύμονα Πηλεΐωνα, σοὶ δʼ ἐγὼ οὐχ ἅλιος σκοπὸς ἔσσομαι οὐδʼ ἀπὸ δόξης · τόφρα γὰρ ἐς στρατὸν εἶμι διαμπερὲς ὄφρʼ ἂν ἵκωμαι νῆʼ Ἀγαμεμνονέην, ὅθι που μέλλουσιν…
Homer, Iliad
-
…εὖ λέγω. τὸ μανθάνειν δʼ ἥδιστον εὖ λέγοντος, εἰ κέρδος λέγοι. ὦ πρέσβυ, πάντες ὥστε τοξόται σκοποῦ τοξεύετʼ ἀνδρὸς τοῦδε, κοὐδὲ μαντικῆς ἄπρακτος ὑμῖν εἰμι · τῶν δʼ ὑπαὶ γένους ἐξημπόλημαι κἀκπεφόρτισμαι πάλαι. κερδαίνετʼ ,…
Sophocles, Antigone
-
…· πολλὰ δʼ ἀπʼ αὐτοῦ δάκρυα θερμὰ χέοντʼ, ἐπεὶ ἀσπασίως ἴδε γαῖαν. τὸν δʼ ἄρʼ ἀπὸ σκοπιῆς εἶδε σκοπός, ὅν ῥα καθεῖσεν Αἴγισθος δολόμητις ἄγων, ὑπὸ δʼ ἔσχετο μισθὸν χρυσοῦ δοιὰ τάλαντα · φύλασσε δʼ ὅ γʼ…
Homer, Odyssey
-
…Διός, ποίμναν τάνδʼ ἀμέγαρτον · οὐδὲ μετʼ ἀρσένων ψῆφον ἔθεντʼ ἀτιμώ σαντες ἔριν γυναικῶν, Δῖον ἐπιδόμενοι πράκτορά τε σκοπὸν δυσπολέμητον, ὃν οὐ τίς ἂν δόμος ἔχοι ἐπʼ ὀρόφων μιαί νοντα ; βαρὺς δʼ ἐφίζει. ἅζονται γὰρ ὁμαίμους…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…ἐρεείνεις Θρηΐκιοι · τὸν δέ σφιν ἄνακτʼ ἀγαθὸς Διομήδης ἔκτανε, πὰρ δʼ ἑτάρους δυοκαίδεκα πάντας ἀρίστους. τὸν τρισκαιδέκατον σκοπὸν εἵλομεν ἐγγύθι νηῶν, τόν ῥα διοπτῆρα στρατοῦ ἔμμεναι ἡμετέροιο Ἕκτωρ τε προέηκε καὶ ἄλλοι Τρῶες ἀγαυοί. ὣς εἰπὼν…
Homer, Iliad
-
…τοῖσιν δʼ Ἀντίνοος μετέφη, Εὐπείθεος υἱός · ὢ πόποι, ὡς τόνδʼ ἄνδρα θεοὶ κακότητος ἔλυσαν. ἤματα μὲν σκοποὶ ἷζον ἐπʼ ἄκριας ἠνεμοέσσας αἰὲν ἐπασσύτεροι · ἅμα δʼ ἠελίῳ καταδύντι οὔ ποτʼ ἐπʼ ἠπείρου νύκτʼ ἄσαμεν, ἀλλʼ ἐνὶ…
Homer, Odyssey