σοφισματικός
σοφισματικός, sophistical
σοφ-ισμᾰτικός, ή, όν,
- sophistical, of a person, Gell. 18.13 (v.l.).
σοφισματικός, ή, όν [ᾰ] sophistique, A. Gell. 18, 3.
Étym. σόφισμα.
σοφισματικός, zum σόφισμα gehörig, Sp., bes. ὁ σ. = σοφιστής.